-->
Την πόρτα ανοίγεις και ρωτάς εγώ ποιος είμαι
βάσανο, βάλσαμο μαζί την ώρα κρίνε
καπνός σηκώθηκε μακριά και λίγη σκόνη
κάποιου ιππότη η καρδιά να δυναμώνει.

Με δίχως σκέψεις και διλήμματα, προσπέρασα
μέσα στις λέξεις τα ερωτήματα διαπέρασα
τα βογκητά ενός λαού λόγια ασυνάρτητα
στο μαντεμένιο το σκοτάδι που συνάντησα.

Μέσα στη βλάστηση ο ουρανός να χαμηλώνει
γίνανε σίδερο καυτό αυτοί οι πόνοι
μέσα στα ανώφελα του χρόνου μου τα βράδια
κοιτάς πιο πέρα κι ερμηνεύεις τα σημάδια.

Σ’ αυτό τον πόλεμο που άρχισε η ζωή
να εξηγήσεις πώς μπορούσες τη σιωπή
μ’ αυτό το πείσμα που το γέννησε η θάλασσα
μ’ αυτό το πέταγμα τι τέλειωσα τι άρχισα…


This entry was posted on 21:59 and is filed under . You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. You can leave a response, or trackback from your own site.

0 comments: